«Έσπασαν» παράνομα το Τραπεζικό Απόρρητο για το νόμο Κατσέλη: Καταγγελίες Ποινικολόγων για παραβίαση του Κανονισμού 2016/679 για την Προστασία των Δεδομένων


Αίρεται από τη Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018 το τραπεζικό απόρρητο τους σε βάθος πενταετίας, σε περισσότερους από 150.000 δανειολήπτες που έχουν υποβάλει αίτηση υπαγωγής στο νόμο Κατσέλη.

Με την κάλυψη του επικαιροποιημένου νόμου, που ψηφίστηκε τον περασμένο Ιούνιο από την κυβέρνηση και αυστηροποιεί το καθεστώς προστασίας οι τράπεζες αποκτούν πλέον πρόσβαση σε πληροφορίες για όλα τα εμβάσματα και τις μεταφορές κεφαλαίων που έχουν πραγματοποιήσει οι εν λόγω οφειλέτες τα τελευταία πέντε χρόνια, σε μια προσπάθεια να διαπιστώσουν ποιοι από αυτούς είναι στρατηγικοί κακοπληρωτές και ποιοι έχουν αποκρύψει εισοδήματα την επίμαχη περίοδο.

Από χθες Δευτέρα 16/9, όσοι δανειολήπτες έχουν ενταχθεί στον νόμο Κατσέλη και δεν έχουν δώσει έγκριση για άρση του τραπεζικού τους απορρήτου θα δουν το τελευταίο να αίρεται αυτόματα.

Η αξία των δανείων που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς νομικής προστασίας για την οποία εκκρεμεί η έκδοση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης υπολογίζεται ότι ξεπερνάει τα 13,1 δισ. ευρώ. Τα 7 δισ. ευρώ εξ αυτών αφορούν απαιτήσεις που έχουν ήδη καταγγελθεί.

Οι οφειλέτες θα πρέπει μαζί με την αίτηση υπαγωγής να καταθέτουν και δήλωση με την οποία δέχονται την άρση του τραπεζικού απορρήτου. Η αίτηση που θα κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου θα πρέπει να συνοδεύεται από δήλωση του οφειλέτη ότι παρέχει άδεια σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα, στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή, να διαβιβάζει, έως τη συζήτηση της αίτησης στους πιστωτές κατά των οποίων στρέφεται η αίτηση, την κίνηση των τραπεζικών του λογαριασμών και των λοιπών τραπεζικών προϊόντων για τη χρονική περίοδο από πέντε έτη πριν από την άσκηση της αίτησης έως την ημέρα της συζήτησής της.

Η διαδικασία άρσης απορρήτου και ανταλλαγής στοιχείων μεταξύ των τραπεζών έχει στόχο να εντοπίσει εκείνους που διαθέτουν καταθέσεις για να αποπληρώσουν τα δάνειά τους και επομένως δεν δικαιούνται προστασίας.

Και τούτο προκειμένου να εντοπιστούν οι στρατηγικοί κακοπληρωτές και να φύγουν από την προστασία του νόμου Κατσέλη, προκειμένου στη συνέχεια οι τράπεζες να προτείνουν «κουρέματα» στεγαστικών δανείων με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς να χρειαστεί να ολοκληρωθεί η δικαστική διαδικασία, σε εκείνους που βρίσκονται σε πραγματική αδυναμία πληρωμής.

Τραπεζικοί κύκλοι εκτιμούν πως από τις 150.000 και πλέον αιτήσεις περίπου οι 40.000 υποθέσεις αφορούν στρατηγικούς κακοπληρωτές.



«Φωνές» νομικών κύκλων για παραβίαση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για τα Προσωπικά Δεδομένα 2016/679 (GDPR)

Με το Ν. 4549/2018 «Διατάξεις για την ολοκλήρωση της Συμφωνίας Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων – Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022 και λοιπές διατάξεις» εισήχθησαν σημαντικές αλλαγές στις προϋποθέσεις υπαγωγής υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων στο Ν. 3869/2010 (Νόμος Κατσέλη). Μεταξύ των τροποποιήσεων του Ν.4549/2018, θεσμοθετείται και η αυτοδικαίως αναδρομική άρση του τραπεζικού απορρήτου του άρθρου 1 του Ν. 1059/1971 με δήλωση του οφειλέτη, η οποία κατατίθεται στη Γραμματεία του αρμόδιου Ειρηνοδικείου μαζί με την αίτηση.

Συγκεκριμένα, το άρθρο 58 παρ. 1 του Ν.4549/2018 ορίζει:

1. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 προστίθενται περιπτ. γ΄ και δ΄ ως εξής:

«γ) δήλωση του οφειλέτη ότι παρέχει άδεια σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα, στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή, να διαβιβάζει, έως τη συζήτηση της αίτησης, στους πιστωτές κατά των οποίων στρέφεται η αίτηση την κίνηση των τραπεζικών του λογαριασμών και των λοιπών τραπεζικών προϊόντων (άρση τραπεζικού απορρήτου του άρθρου 1 του ν. 1059/1971, Α΄ 270) για τη χρονική περίοδο από πέντε έτη πριν την άσκηση της αίτησης έως την ημέρα της συζήτησής της, καθώς και ότι παρέχει άδεια προς τους πιστωτές, κατά των οποίων στρέφεται η αίτηση, να προβαίνουν αποκλειστικά για το σκοπό δικαστικής και εξώδικης διαχείρισης της αίτησης σε επεξεργασία και ανταλλαγή των δεδομένων που κατέχουν ή λαμβάνουν από τα πιστωτικά ιδρύματα,

δ) υπεύθυνη δήλωση του οφειλέτη ότι δεν έχει πτωχευτική ικανότητα».

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται για τις αιτήσεις που κατατίθενται από 14 Ιουνίου 2018, δηλαδή από την ημερομηνία δημοσίευσης του Ν. 4549/2018 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α’ 105).

Η αναδρομικότητα της διάταξης αντίκειται στον Ευρωπαϊκό Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ)

Η αντίθεση με το ΓΚΠΔ βρίσκεται, όμως, στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 68 όπου προβλέπεται η άρση του τραπεζικού απορρήτου από τις 15 Σεπτεμβρίου 2018 και για όσες αιτήσεις είναι εκκρεμείς σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, αυτοδικαίως και χωρίς έγγραφη δήλωσή του οφειλέτη, ο οποίος έχει εναλλακτικά ως μόνη «δυνατότητα» την παραίτησή του. Ειδικότερα

3. Μετά την πάροδο τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, η δήλωση της περίπτ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 λογίζεται ότι υποβλήθηκε, στις αιτήσεις που είναι εκκρεμείς σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό, εκτός αν σε αυτό το χρονικό διάστημα ο οφειλέτης παραιτηθεί από την αίτησή του.

Ουσιαστικά, ο νόμος εισάγει ένα τεκμήριο ότι ο οφειλέτης του οποίου η αίτηση έχει λάβει αριθμό κατάθεσης και εκκρεμεί στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο συναινεί στην άρση του τραπεζικού απορρήτου του, εκτός αν παραιτηθεί από αυτή. Η δε τεκμαιρόμενη συναίνεσή του μπορεί να αφορά ένα τεράστιο χρονικό εύρος που μπορεί να φθάνει ή ακόμη και να ξεπερνά τη 10ετία, δεδομένου ότι εν έτει 2018 εκδικάζονται σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό υποθέσεις των οποίων η αίτηση μπορεί να κατατέθηκε το 2013, και επομένως βάσει του νόμου το χρονικό διάστημα αναδρομικής συναίνεσης μπορεί να επεκτείνεται από το 2008 έως και το 2018.

Με τον τρόπο αυτό, όμως, δημιουργείται πρόβλημα ως προς τη νομιμότητα της συναίνεσης αυτής καθώς τα τραπεζικά στοιχεία και οι κινήσεις του λογαριασμού ενός οφειλέτη εμπίπτουν στην έννοια των προσωπικών δεδομένων κατά το Γενικό Κανονισμό 2016/679 για την Προστασία των Δεδομένων (ΓΚΠΔ), ως στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν στην ταυτοποίηση ενός φυσικού προσώπου (άρθρο 4 περ. 1 ΓΚΠΔ και Προοίμιο 20). Επομένως, κάθε συγκατάθεση για τη διαβίβαση και επεξεργασία αυτών των στοιχείων πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο ΓΚΠΔ, και συγκεκριμένα στο άρθρο 7 και στο Προοίμιο 32 το οποίο προβλέπει:

(32) Η συγκατάθεση θα πρέπει να παρέχεται με σαφή θετική ενέργεια η οποία να συνιστά ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει ένδειξη της συμφωνίας του υποκειμένου των δεδομένων υπέρ της επεξεργασίας των δεδομένων που το αφορούν, για παράδειγμα με γραπτή δήλωση, μεταξύ άλλων με ηλεκτρονικά μέσα, ή με προφορική δήλωση. Αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει τη συμπλήρωση ενός τετραγωνιδίου κατά την επίσκεψη σε διαδικτυακή ιστοσελίδα, την επιλογή των επιθυμητών τεχνικών ρυθμίσεων για υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών ή μια δήλωση ή συμπεριφορά που δηλώνει σαφώς, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ότι το υποκείμενο των δεδομένων αποδέχεται την πρόταση επεξεργασίας των οικείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Επομένως, η σιωπή, τα προσυμπληρωμένα τετραγωνίδια ή η αδράνεια δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως συγκατάθεση. Η συγκατάθεση θα πρέπει να καλύπτει το σύνολο των δραστηριοτήτων επεξεργασίας που διενεργείται για τον ίδιο σκοπό ή για τους ίδιους σκοπούς. Όταν η επεξεργασία έχει πολλαπλούς σκοπούς, θα πρέπει να δίνεται συγκατάθεση για όλους αυτούς τους σκοπούς. Εάν η συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων πρόκειται να δοθεί κατόπιν αιτήματος με ηλεκτρονικά μέσα, το αίτημα πρέπει να είναι σαφές, περιεκτικό και να μην διαταράσσει αδικαιολόγητα τη χρήση της υπηρεσίας για την οποία παρέχεται.

Αντίθετα στη διάταξη αυτή, ο Ν.4549/2018 εκλαμβάνει την ενέργεια του οφειλέτη να καταθέσει αίτηση για την υπαγωγή του στο Νόμο Κατσέλη ως συγκατάθεση για την άρση του τραπεζικού του απορρήτου, ακόμη και 7-8 χρόνια πριν από την ψήφιση των τελευταίων τροποποιήσεων του Νόμου. Σε περίπτωση δε διαφωνίας του οφειλέτη – υποκειμένου των δεδομένων, η τελευταία τροποποιητική διάταξη του Ν. 3869/2010 απαιτεί εκβιαστικά την υποβολή παραίτησης!

Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειωθεί ότι το τεκμήριο συγκατάθεσης ισχύει αναδρομικά για την άρση του τραπεζικού απορρήτου ως προς τους πιστωτές, δηλαδή για τη διαβίβαση δεδομένων μεταξύ ιδιωτικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Ουσιαστικά, το ελληνικό κράτος σταθμίζει τα οικονομικά συμφέροντα των πιστωτών ως ανώτερα από το δικαίωμα του οφειλέτη στην ιδιωτική ζωή, και μάλιστα χωρίς σαφή αιτιολόγηση και με δυσανάλογη αναδρομική ισχύ που μπορεί συνολικά να υπερβαίνει τα 10 έτη. Είναι φανερό ότι μια διάταξη θα στάθμιζε τα δύο συμφέροντα με τρόπο σύμφωνο με το ΓΚΠΔ, αν επέτρεπε τη διαβίβαση δεδομένων από τα πιστωτικά ιδρύματα προς το δικαστήριο, επιτρέποντας έτσι πρόσβαση στο δικαστή αλλά όχι σε τρίτα μέρη.

Συμπερασματικά, δεν πρόκειται εδώ σε καμία περίπτωση για ρητή δήλωση συγκατάθεσης, η οποία δίνεται εν πλήρει επιγνώσει του νόμου και των συνεπειών του. Δεδομένων των αυστηρών προϋποθέσεων του ΓΚΠΔ και των οδηγιών της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29 για τη μορφή και τις προϋποθέσεις της συγκατάθεσης η νέα αυτή διάταξη του πολύπαθου πλέον Ν. 3869/2010 που τεκμαίρει συγκατάθεση από την αδράνεια του οφειλέτη είναι απαράδεκτη και αντίκειται φανερά στο ΓΚΠΔ αλλά και στο γενικότερο πνεύμα της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας που επιβάλει αυστηρές προϋποθέσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Η ακύρωση της διάταξης αυτής είναι ένα επείγον ζήτημα μείζονος σημασίας που απαιτεί την ανάμειξη και γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ). Λόγω της σοβαρότητας του ζητήματος, ο συνιδρυτής της εταιρείας online παροχής νομικών υπηρεσιών «Newlaw», κος Βίκτωρ Τσιλώνης, έχει προχωρήσει ήδη στην κοινοποίηση σχετικής καταγγελίας στην ΑΠΔΠΧ, αλλά και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων, ενώ αναλαμβάνει την εκπροσώπηση οφειλετών που έχουν αιτηθεί την υπαγωγή τους στο Νόμο Κατσέλη και των οποίων τα προσωπικά δεδομένα παραβιάζονται από την τροποποίηση αυτή.

Τέλος -σύμφωνα με το newlaw.gr- ομοίως παράνομη και αντίθετη στη νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα και δη στο ΓΚΠΔ, είναι και η διάταξη του άρθρου 1 της ΚΥΑ 7534/2015 με το οποίο ορίζεται ότι τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την κατάθεση αίτησης για την υπαγωγή στο Ν. 3869/2010 πρέπει να προσκομίζονται και για το σύζυγο. Κατ’ επέκταση, θα πρέπει να προσκομίζεται και το ποινικό μητρώο του συζύγου, ένα έγγραφο που περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα τρίτου προσώπου το οποίο δεν σχετίζεται με την υπόθεση ούτε πρόκειται να αποκομίσει κάποιο έννομο συμφέρον από την απόφαση που θα εκδοθεί. Επιπροσθέτως, δεν υπάρχει καμία νομική βάση για την επεξεργασία αυτών των στοιχείων, καθώς η τέλεση ή όχι ποινικού αδικήματος από το σύζυγο στο παρελθόν δεν μπορεί να επηρεάζει τη συμπεριφορά και τις πιθανότητες ευδοκίμησης της αίτησης του αιτούμενου.

Κρίνεται, λοιπόν, απαραίτητο να ακυρωθεί και η διάταξη αυτή, καθώς αντίκειται φανερά στις αρχές επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 5 του ΓΚΠΔ.

Ρεπορτάζ: Αλέξης Τερζής

hlektra.gr

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε αφήστε το σχόλιό σας...

Tο loutrakiodusseas.blogspot.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές, και διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια όπου τα εντοπίζουμε.


Νεότερη Παλαιότερη