Η πιο βαθιά παρεξήγηση του ελληνικού πολιτικού συστήματος αυτή τη στιγμή είναι ότι εξακολουθεί να πιστεύει πως η κοινωνία αντιδρά επειδή «θυμώνει».
Δεν καταλαβαίνει ότι η κοινωνία έχει περάσει σε άλλο στάδιο: δεν θυμώνει πλέον μόνο.
Αποσύρει σιωπηλά την πίστη της από το ίδιο το κράτος.
Και αυτό είναι ιστορικά πολύ πιο σοβαρό.
Οι κοινωνίες αντέχουν τη φτώχεια, αντέχουν ακόμη και τις ήττες. Εκείνο που δεν αντέχουν για πολύ είναι να αισθάνονται ότι ζουν μέσα σε μια χώρα όπου οι θεσμοί λειτουργούν σαν μηχανισμοί απόστασης και όχι προστασίας. Γι’ αυτό και όποιος σήμερα κοιτά αφ’ υψηλού το φαινόμενο Καρυστιανού ως ακόμη μία «έκρηξη αγανάκτησης», πιθανόν δεν έχει καταλάβει τι πραγματικά κινείται κάτω από την επιφάνεια της Ελλάδας.
Υπάρχει μια σχεδόν αλαζονική ευκολία με την οποία χρησιμοποιείται η λέξη «αντισυστημικός». Λες και το σύστημα παραμένει κάτι ουδέτερο, σταθερό, υγιές, που απλώς δέχεται επιθέσεις από θυμωμένους πολίτες.
Όμως τι συμβαίνει όταν το ίδιο το σύστημα αρχίζει να παράγει καθημερινά δυσπιστία;
Όταν η Δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται κοινωνικά με καχυποψία, όταν η ακρίβεια γίνεται μόνιμη συνθήκη, όταν η νέα γενιά φεύγει, όταν η περιφέρεια αδειάζει, όταν η πολιτική μοιάζει περισσότερο με διαχείριση εικόνας παρά με εθνικό σχέδιο;
Τότε ίσως το πραγματικά αντισυστημικό στοιχείο να μην είναι η κοινωνική αμφισβήτηση αλλά η ίδια η αποκοπή της εξουσίας από την πραγματικότητα της χώρας.
Άκουσα προσεκτικά όσα ειπώθηκαν.Τα είκοσι σημεία.
Τις αναφορές στη Δικαιοσύνη, στη λαϊκή κυριαρχία, στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στη δημογραφική κατάρρευση, στην ανάγκη κοινωνικής προστασίας και θεσμικής αποκατάστασης. Και ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα όχι από κάποια «επαναστατικότητα», αλλά από κάτι πολύ πιο ανησυχητικό για το σημερινό πολιτικό προσωπικό: από το γεγονός ότι ακούγονταν σαν πράγματα που θα έπρεπε ήδη να λέει ένα κανονικό κράτος. Εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.
Όχι ότι εμφανίστηκε μια νέα πολιτική δύναμη, αλλά ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αισθάνεται πως οι αυτονόητες λέξεις όπως Δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, ισονομία, προστασία, ακούγονται πλέον σχεδόν εξωσυστημικές.
Η Μεταπολίτευση οικοδόμησε για δεκαετίες ένα κοινωνικό συμβόλαιο βασισμένο στην υπόσχεση ότι, παρά τις αδικίες και τις ανισότητες, η χώρα θα κινείται προς τα εμπρός.
Ότι τα παιδιά θα ζουν καλύτερα από τους γονείς.
Ότι η δημοκρατία θα βαθαίνει. Ότι οι θεσμοί, έστω αργά, θα ωριμάζουν.
Αυτό το συμβόλαιο σήμερα έχει σπάσει.
Και το πολιτικό σύστημα δείχνει να μην το αντιλαμβάνεται επειδή εξακολουθεί να διαβάζει την κοινωνία με όρους εκλογικής διαχείρισης, τηλεοπτικής κυριαρχίας και επικοινωνιακών ποσοστών.
Όμως μια κοινωνία μπορεί για αρκετό καιρό να σωπαίνει χωρίς να συμφιλιώνεται. Και η ελληνική κοινωνία εδώ και χρόνια σωπαίνει πολύ περισσότερο απ’ όσο φαίνεται.
Γι’ αυτό και η Καρυστιανού δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο.
Είναι το πρώτο πολιτικό σύμπτωμα μιας βαθύτερης ιστορικής εξάντλησης.
Όχι μόνο κομμάτων αλλά ολόκληρου τρόπου εξουσίας. Ενός μοντέλου που κυβέρνησε θεωρώντας ότι η κοινωνία θα ανεχθεί επ’ άπειρον τη διάσταση ανάμεσα στην επίσημη εικόνα της χώρας και στην πραγματική εμπειρία των πολιτών.
Κι αυτό εξηγεί τον πανικό ορισμένων κύκλων απέναντι σε μια γυναίκα που μέχρι χθες δεν ανήκε καν στην πολιτική.
Γιατί πίσω από το πρόσωπό της διακρίνουν κάτι πολύ μεγαλύτερο: τη σταδιακή κατάρρευση της ηθικής νομιμοποίησης ενός ολόκληρου μεταπολιτευτικού οικοδομήματος.
Μάλλον εδώ λοιπόν βρισκόμαστε.
Όχι μπροστά στην άνοδο ακόμη ενός «αντισυστημικού» κόμματος, αλλά μπροστά στην πρώτη στιγμή όπου μεγάλα κοινωνικά στρώματα αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι το πραγματικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι απλώς ποιος κυβερνά.
Είναι ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να συνηθίσει να ζει χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς κοινό σκοπό, χωρίς αίσθηση ιστορικής συνέχειας.
Κι όταν μια κοινωνία φτάσει εκεί, τότε δεν αναζητά απλώς καλύτερη διαχείριση.
Αναζητά επαναθεμελίωση.